Αρχική Σελίδα

Ψίθυροι | Εκδόσεις Περιοδικών - Εφημερίδων | Ηπείρου 2, 66100 Δράμα | Τηλ: 25210 36 700 | info@psithiri.gr

ΘΕΜΑΤΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ


Βασίλης Τσιαμπούσης

Ο Δραμινός διηγηματογράφος

 

Ο Βασίλης Τσιαμπούσης γεννήθηκε στη Δράμα το 1953. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Δράμα. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων: Η Βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα (1988), Χερουβικά στα κεραμίδια (1996), Η γλυκιά Μπονόρα (2000), Να σ’ αγαπάει η ζωή (2004), Σάλτο μορτάλε (2011) και το μυθιστόρημα Εκτός έδρας (1993). Η συλλογή διηγημάτων του Να σ’ αγαπάει η ζωή τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το «βραβείο Πέτρου Χάρη» και μεταφράστηκε στα αλβανικά. Το 1996 επιμελήθηκε την έκδοση του λευκώματος Δόξα Δράμας, 1918-1965 και το 2006 το λεύκωμα Ελπίς Δράμας, 1922-1969 (ΔΕΚΠΟΤΑ του Δήμου Δράμας). Διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και δημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες και περιοδικά.

-Κύριε Τσιαμπούση, μετά από πέντε συλλογές διηγημάτων οι κριτικοί λογοτεχνίας σας θεωρούν κατεξοχήν διηγηματογράφο. Γράφετε ρεαλιστικές ιστορίες οι πιο πολλές από τις οποίες εκτυλίσσονται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, που προφανώς είναι η Δράμα. Οι ήρωες σας είναι καθημερινοί άνθρωποι που, συνήθως, συνθλίβονται κάτω από βάρη που δεν είναι ασήκωτα, αλλά που οι ίδιοι δεν μπορούν να τα σηκώσουν, να τα αντέξουν. Στα τρία τελευταία βιβλία σας, όμως, ο χώρος στον οποίο κινούνται οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων σας έχει επεκταθεί. Από το Βερολίνο, τη Σόφια, τα Σκόπια και το Τορόντο της «Γλυκιάς Μπονόρας», στο Παρίσι και τα Τίρανα του «Σάλτο Μορτάλε». Και η θεματογραφία σας, όμως, έχει αλλάξει σε σχέση με τη «Βέσπα». Τι σηματοδοτούν αυτές οι αλλαγές και από ποια ανάγκη προκύπτουν.

- Τα θέματα των πρώτων διηγημάτων μου τα αντλούσα κυρίως από την προσωπική μου εμπειρία, από τον περίγυρό μου. Τα επόμενα χρόνια όμως, που χρησιμοποίησα ιστορίες που μου τις διηγήθηκαν άλλοι ή είναι εξολοκλήρου επινοημένες, η θεματολογία μου ήταν φυσικό να αλλάξει.  Όσο για τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες μου επεκτάθηκε, γιατί απλούστατα ο κόσμος μίκρυνε. Τα εύκολα ταξίδια, το ίντερνετ και η ηλεκτρονική αλληλογραφία, τα κινητά τηλέφωνα, οι ειδήσεις και οι εκπομπές της τηλεόρασης μάς κάνουν να αισθανόμαστε πολίτες ενός παγκόσμιου χωριού. Κι αυτό μας επηρεάζει όλους, όχι μόνο τους συγγραφείς, αλλά και τους αναγνώστες. Επηρεάζει τις λεπτομέρειες, τις εικόνες, αλλά προπαντός τις ανθρώπινες σχέσεις. Για παράδειγμα, ο χωρισμός ενός ζευγαριού της επαρχίας είναι εύκολος πια, όπως στην Αθήνα. Λέμε κι εμείς τις ίδιες εκφράσεις, τις ίδιες λέξεις με πρόσωπα που ζουν πολύ μακριά μας. Αν πριν από είκοσι χρόνια έβαζα έναν ήρωά μου να πίνει καπουτσίνο, οι αναγνώστες μου θα το θεωρούσαν ξιπασιά. Σήμερα, αν το γράψω, οι αναγνώστες θα το βρουν απολύτως φυσικό.

- Επιμένοντας, θα έλεγα ότι στη θεματολογία των διηγημάτων σας έχουμε μια συγκεκριμένη αλλαγή. Αν, δηλαδή, τα μεταφυσικά θέματα και ο θάνατος πάντα σας απασχολούσαν, ο έρωτας, το σεξ, το χρήμα, που είναι στοιχεία παγκόσμια και παντοτινά, αποτελούν στα διηγήματά σας μάλλον καινούριες αναφορές.

- Εγώ θα έλεγα πως, απλώς, παρουσιάζονται με πιο έντονο τρόπο. Ο έρωτας στα διηγήματά μου δεν ήταν ποτέ ρομαντικός, δεν είναι ο έρωτας των παραμυθιών αλλά ο έρωτας του στερημένου ατόμου, του μοναχικού, αυτού που κουβαλάει ανεξήγητες (μέσα στο διήγημα) αναστολές και ψυχώσεις. Όσο για το χρήμα, στις μέρες μας απόκτησε διαφορετική σημασία από παλιά. Σήμερα το πρόσφορο θέμα δεν είναι πια η απληστία που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν μας άφηνε να αισθανθούμε ευτυχισμένοι. Σήμερα πιο πολύ μιλάμε για την έλλειψη των απολύτως απαραίτητων χρημάτων, που μας παραπέμπει σε λογοτεχνία παλιότερων εποχών. Αυτή η φτώχεια ξαναγίνεται κυρίαρχο θέμα, γιατί μας αλλοτριώνει και σκοτώνει σχήματα και σχέσεις που τα θεωρούσαμε στέρεα και δεδομένα.

- Στο διήγημά σας «Σκηνές για ταινία» (συλλογή Σάλτο Μορτάλε, εκδ. Μεταίχμιο, 2011) ένας ήρωας υποστηρίζει: «…όλοι εμείς, που συνθέτουμε έργα τέχνης, μουσικά κομμάτια, διηγήματα, πίνακες ζωγραφικής και τα λοιπά, εμπνεόμαστε κυρίως από τον πόνο των άλλων». Είναι και δική σας άποψη αυτή;

- Η λογοτεχνία -και η τέχνη γενικότερα- δεν γεννιέται μέσα σε εργαστήριο αλλά μέσα στην κοινωνία. Λογικό είναι πως επηρεάζεται, ίσως με κάποια διαφορά φάσεως, από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Και φυσικά οι συγγραφείς επηρεάζονται και από δραματικές ιστορίες και από αστείες καταστάσεις και από χαρακτήρες που με φαιδρότητα και γραφικότητα ξεφεύγουν από το μέτρο. Ανάλογα με το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του ο κάθε συγγραφέας συγκινείται από διαφορετικά θέματα και, προπαντός, εστιάζει την προσοχή του σε διαφορετικά πράγματα από τους άλλους.  Προσωπικά, περισσότερο συγκινούμαι από το πόσο ανυπεράσπιστος είναι ο άνθρωπος μέσα στη ζωή. Πόσο εύκολα τσαλακώνεται από καταστάσεις που δεν τις επηρεάζει ούτε τις ελέγχει ο ίδιος. Ο ήρωάς μου, λοιπόν, στο διήγημα «Σκηνές για ταινία» μετέφερε αυτό που συμβαίνει σ’ εμένα, αλλά με τρόπο αφελώς γενικευμένο.

- Στο διήγημά σας «Με λένε Γιώργο» (συλλογή Σάλτο Μορτάλε, εκδ. Μεταίχμιο, 2011) αναφέρετε σε έναν διάλογο ότι «…ό,τι είναι νόμιμο… είναι και ηθικό!». Ποια είναι η άποψή σας;

- Για να μην προκύψει παρεξήγηση, η έκφραση στο κείμενο λέγεται ειρωνικά. Άλλωστε έγινε σλόγκαν, και όχι μόνο στο πολιτικό πεδίο, με την ειρωνική της σημασία. Ξέρετε, συνήθως στα διηγήματά μου οι ήρωες βρίσκονται σε διαπάλη μεταξύ τους, σε πόλεμο, και προκειμένου να επιβληθούν ο ένας στον άλλο λένε διάφορες κακίες, αλήθειες, ειρωνείες, εξυπνάδες, χρησιμοποιούν καθετί, ώστε να «κατατροπώσουν» τον άλλο. Όλα αυτά θα πρέπει να τα προσλαμβάνουμε σύμφωνα με το ύφος και το πνεύμα της στιγμής, εξάλλου, κατά τη γνώμη μου, οι καλοί συγγραφείς δεν γράφουν ατάκες, αλλά «βάζουν» τους ήρωές τους να εξομολογούνται και να αποκαλύπτονται.

- Πού οφείλεται το γεγονός ότι, ενώ τα διηγήματα είναι ευανάγνωστες μικρές ιστορίες, η προτίμησή τους από το αναγνωστικό κοινό σε σχέση με τα μυθιστορήματα δεν είναι στο ίδιο επίπεδο;

- Τα διηγήματα, τα περισσότερα τουλάχιστον, είναι η αποτύπωση ιστοριών ή στιγμιότυπων από την ίδια μας της ζωή. Κρύβουν, βέβαια, σκοτάδια και «βιαιότητα», ανεκπλήρωτους πόθους και μυστικές θυσίες. Και λέω κρύβουν, γιατί τα καλά διηγήματα δεν κραυγάζουν. Από την άλλη, ο κόσμος, όταν βλέπει μια ταινία, όταν διαβάζει ένα μυθιστόρημα, δε θέλει και πολύ βάσανο, θα έλεγα πιο πολύ έχει ανάγκη να ταυτιστεί με τον καλό ήρωα, τον πρωταγωνιστή. Θέλει να ονειρευτεί, να ξεχαστεί, να επικρατήσει. Θέλει να αρθεί από την πεζή καθημερινότητά του, οι άδικοι να τιμωρηθούν, το καλό να θριαμβεύσει. Θέλει ρομαντισμό, έρωτα. Αυτά όλα το διήγημα, λόγω και της έκτασής του, δεν μπορεί να τα ικανοποιήσει. Γι’ αυτό και δεν «πουλά» όσο τα μυθιστορήματα.

- Η πορεία ενός λογοτέχνη εξαρτάται από το ταλέντο που διαθέτει (ή που δεν διαθέτει), από τις εκάστοτε γνωριμίες ή είναι αποτέλεσμα και των δύο παραγόντων;

- Η πορεία ενός λογοτέχνη είναι αποτέλεσμα του ταλέντου και της δουλειάς του. Θέλει πολλή δουλειά, πολλά διαβάσματα, πολλά γραψίματα. Θέλει να γίνεις επαγγελματίας της γραφής, ακόμα κι αν τα χρήματα που βγάζεις είναι ψίχουλα. Καμιά φορά λέω ότι ένα διήγημα δέκα σελίδων μπορεί να χρειάζεται και εκατό ώρες δουλειά, δηλαδή, κατά μέσο όρο, δέκα ώρες τη σελίδα, και μερικοί απορούν. Αλλά η εικόνα ενός συγγραφέα που κάνει μπεστ σέλερ χωρίς κόπο και θυσίες υπάρχει μόνο στις αμερικάνικες ταινίες.

- Ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και ποια η θέση των λογοτεχνών στην ελληνική κοινωνική κρίση;

- Η σημερινή κρίση διαλύει την ελληνική κοινωνία. Η ανεργία και η φτώχεια μάς φέρνουν πολλά χρόνια πίσω, αλλά το χειρότερο είναι πως τώρα και οι σχέσεις μας τραυματίζονται βαθιά. Υπάρχει απογοήτευση, απόγνωση… Στη δεκαετία του ’50 και του ’60 είχαμε φτώχεια και ανεργία, αλλά τότε υπήρχε και ελπίδα και πίστη και ο ένας στήριζε τον άλλο.  Η λογοτεχνία, κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τις αιτίες και με τα γενικότερα αποτελέσματα της κρίσης, ούτε με τις προοπτικές της ανάκαμψης. Αυτό είναι δουλειά των ιστορικών, των οικονομολόγων και των πολιτικών. Η λογοτεχνία θα ασχοληθεί με τις σχέσεις των ανθρώπων. Ίσως να ασχοληθεί με αυτούς που έδειξαν στις δύσκολες ώρες το απόθεμα της ανθρωπιάς τους ή και με τους άλλους που πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο. Ίσως κάποιοι να γράψουν για εκείνους που αγωνίστηκαν σκληρά για να επιβιώσουν ή για όσους πήδηξαν απ’ το πλοίο φορτώνοντας τις ευθύνες στους άλλους.  Δε θα πρέπει πάντως να μας διαφεύγει ότι κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό που συγκινεί ένα λογοτέχνη και τον κάνει να γράφει για το ένα ή το άλλο θέμα. Κάποιος, δηλαδή, σε αυτές τις δύσκολες ώρες μπορεί να γράψει μια ερωτική ιστορία, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, οτιδήποτε άλλο, και να είναι λογοτεχνικά νομιμοποιημένος από την ποιότητα του έργου του. Εξάλλου, ο συγγραφέας έχει μεν κοινωνική συνείδηση που τον επηρεάζει στο έργο του, φανερά ή κρυφά, αλλά είναι και ελεύθερος να σκέφτεται με τον δικό του ελεύθερο τρόπο.

Αφήστε το σχόλιό σας