Αρχική Σελίδα

Ψίθυροι | Εκδόσεις Περιοδικών - Εφημερίδων | Ηπείρου 2, 66100 Δράμα | Τηλ: 25210 36 700 | info@psithiri.gr

ΘΕΜΑΤΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ


«Το προβοσκιδωτό της Καλλιφύτου»

Το εύρημα εκτίθεται πλέον στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας

 

Επέστρεψε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας η κάτω γνάθος ενός γομφοθηρίου, δηλαδή ενός αρχέγονου Προβοσκιδωτού (Proboscidea), προγόνου των σημερινών ελεφάντων. Πρόκειται για ένα εύρημα το οποίο βρέθηκε το 2005 στην περιοχή της Καλλιφύτου και μας μεταφέρει εκατομμύρια χρόνια πίσω, δύο, τρία, τέσσερα, στην Πλειόκαινο Εποχή, δηλαδή πολύ πριν από την έλευση του ανθρώπου στην Ευρώπη, φωτίζοντας πτυχές της προϊστορίας της περιοχής μας.

Στα τέλη Μαΐου 2013 πραγματοποιήθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας η εκδήλωση «Δράμα: 100 Χρόνια Ανασκαφικών Ερευνών», η οποία είναι ενταγμένη στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων του Δήμου Δράμας για τον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης.  Στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης η κα Πουλιούδη Βασιλική, αρχαιολόγος της ΙΗ’ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασσικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, παρουσίασε μία σειρά ανασκαφικών ερευνών στην περιοχή της Δράμας που έχουν να επιδείξουν σημαντικά ιστορικά ευρήματα.

Επίκεντρο της εκδήλωσης αποτέλεσε η παρουσίαση, από τον κ. Αθανασίου Αθανάσιο, διδάκτορα Γεωλογίας - Παλαιοντολογίας της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδας, του Υπουργείου Πολιτισμού, μιας κάτω γνάθου ενός γομφοθηρίου, δηλαδή ενός αρχέγονου Προβοσκιδωτού (Proboscidea), προγόνου των σημερινών ελεφάντων. Πρόκειται για ένα εύρημα το οποίο βρέθηκε το 2005 στην περιοχή της Καλλιφύτου και μας μεταφέρει εκατομμύρια χρόνια πίσω, δύο, τρία, τέσσερα, στην Πλειόκαινο Εποχή, δηλαδή πολύ πριν από την έλευση του ανθρώπου στην Ευρώπη, φωτίζοντας πτυχές της προϊστορίας της περιοχής μας, η οποία δεν έχει διερευνηθεί σε βάθος.

Συγκεκριμένα, το εντυπωσιακό αυτό παλαιοντολογικό εύρημα, βρέθηκε σε τομή αγροτικού δρόμου, στο ανατολικό σημείο του ρέματος της Καλλιφύτου από δύο κατοίκους της Καλλιφύτου, τον κ. Κουτσούμπα Γεώργιο και τον κ. Γιαννακίδη Ηλία. Η αρχική κατάσταση ευρέσεως ήταν αρκετά κακή, λόγω της φθοράς που προκάλεσε η πάροδος εκατομμυρίων ετών αλλά και οι πιέσεις των πετρωμάτων, μεταξύ των οποίων βρέθηκε.  Οι παραπάνω φίλοι είχαν την προνοητικότητα και την ευαισθησία να μην πειράξουν το εύρημα και να ειδοποιήσουν τους ειδικούς. Αρχικά ενημέρωσαν το Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας, το οποίο στη συνέχεια ειδοποίησε την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Το Νοέμβριο του 2005 έφτασε στη Δράμα  ο κ. Αθανασίου και ο συνεργάτης του και μετά από ανασκαφή που διενήργησαν, ανέδειξαν αυτό το ξεχωριστό εύρημα.

Η ανασκαφή του παραπάνω ευρήματος διαφέρει από τις αρχαιολογικές, αφού δεν έγινε με πινέλο αλλά με σφυρί και καλέμι λόγω των ιζημάτων που ήταν γύρω από αυτό και στη συνέχεια με την πρόοδο της ανασκαφής αποκαλύφθηκε μια κάτω γνάθος ενός προβοσκιδωτού, σχετικά πλήρης, η οποία μάλιστα βρέθηκε ανάποδα κάτι που είναι σύνηθες, λόγω της καμπυλότητας που διαθέτει. Μετά τις κατάλληλες ενέργειες και τα πρώτα στερεωτικά (π.χ. γύψος) που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες, κατάφεραν να σύρουν με ασφάλεια το εύρημα, να το συντηρήσουν και να το φέρουν στη σημερινή του μορφή. Το μετέφεραν στην Αθήνα και προέβησαν γρήγορα στον καθαρισμό του, στην εργαστηριακή του επεξεργασία, και γενικά στη συντήρησή του, η οποία αποκάλυψε την ύπαρξη ολοκληρωμένων γομφίων στη γνάθο αλλά και ένα πλήθος ριζών, ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που ήταν αποτέλεσμα της παρόδου εκατομμυρίων ετών. Μάλιστα μία εκ των ριζών διαπερνούσε έναν γομφίο. Από τα στοιχεία τα οποία συνελέγησαν διαπιστώθηκε ότι η γνάθος του ευρήματος που άνηκε σε ζώο ηλικίας περίπου 50-55 ετών, πρόκειται δηλαδή για ηλικιωμένο ζώο, αν ληφθεί υπόψη ότι το μέγιστο διάστημα διαβίωσης αυτών των ζώων ήταν τα 60-65 έτη.

Από τη γενική μορφολογία του ευρήματος οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι πρόκειται για ένα Μαστόδοντο μια πρωτόγονη ομάδα προβοσκιδωτών, προγόνου του σημερινού ελέφαντα, με χαρακτηριστική οδοντοστοιχία και συγκρινόμενο με το σημερινό ελέφαντα πολύ χαμηλότερο, με πιο μικρά πόδια αλλά με μεγαλύτερο μήκος.

Το εύρημα της Καλλιφύτου ανήκει στο είδος Αnancus anvernensis. Όλα τα ζώα στην επίσημη ονοματολογία τους έχουν δύο συνθετικά, το ένα είναι όνομα γένους και το άλλο όνομα είδους. Σε  ένα γένος μπορεί να περιλαμβάνονται πολλά είδη, στην προκειμένη περίπτωση Αnancus, που είναι ελληνική λέξη, σημαίνει άναγκος, δηλαδή αυτός που δεν έχει κάμψη και ονομάζεται έτσι γιατί οι χαυλιόδοντες αυτού του ζώου ήταν ευθείς σε αντίθεση με άλλα προβοσκιδωτά που είχαν καμπύλους χαυλιόδοντες. Το όνομα είδους anvernensis προέρχεται από περιοχή της Γαλλίας όπου πρωτοεμφανίστηκε το είδος αυτό.

Οι ελέφαντες-προβοσκιδωτά, στους οποίους ανήκει το εύρημα είναι μια ομάδα θηλαστικών που σήμερα αντιπροσωπεύεται από δύο είδη μόνο ελεφάντων. Τον Ασιατικό ελέφαντα και τον Αφρικανικό, ζώα εντυπωσιακά, μεγάλα και ιδιαίτερα, τα οποία εντάσσονται σε μία συγκεκριμένη τάξη λόγω της προβοσκίδας τους, ενός ιδιαίτερου χαρακτηριστικού τους, στο οποίο οφείλουν και την ονομασία τους.  Η προβοσκίδα είναι ένα πολύ δυνατό αλλά και λεπτό όργανο που χρησιμεύει, μεταξύ άλλων και ως όργανο αφής και τους επιτρέπει να κάνουν επιδέξιους χειρισμούς, π.χ. με αυτήν μπορεί να ανοίξουν και να φάνε το εσωτερικό ενός καρυδιού.

Παρότι σήμερα υπάρχουν μόνο δύο είδη προβοσκιδωτών αυτό δε συνέβαινε στο παρελθόν που σύμφωνα με πληροφορίες υπήρχαν γύρω στα 150 είδη, τα οποία ήταν διάσπαρτα σε όλες τις ηπείρους, με εξαίρεση την Αυστραλία και την Ανταρκτική που δεν αποικήθηκαν ποτέ από προβοσκιδωτά. Πρόκειται για μια ποικιλομορφία προβοσκιδωτών μικρού και μεσαίου μεγέθους, με δύο ή τέσσερις χαυλιόδοντες, με μικρή ή μεγάλη προβοσκίδα, τα οποία όμως σήμερα έχουν εξαφανιστεί. Το παλιότερο γνωστό προβοσκιδωτό έζησε πριν από 58 εκ. χρόνια και σήμερα αυτή η ομάδα των θηλαστικών βρίσκεται γενικά σε παρακμή και κινδυνεύει να εκλείψει. Οι παλαιότεροι εκπρόσωποι αυτών των ειδών γενικά ήταν μικρότερου μεγέθους και οι πιο πρόσφατοι μεγαλύτερου. Μία άλλη τάση που χαρακτήριζε τα είδη αυτά είναι ότι τα παλαιότερα είχαν πολύ απλά δόντια με τέσσερις κορυφές ενώ τα πιο σύγχρονα είχαν πιο πολύπλοκα και εξειδικευμένα δόντια. Στους ελέφαντες μάλιστα οι κορυφές αυτών των δοντιών είναι ενωμένες και σχηματίζουν συνεχόμενα ελάσματα.

Το Μοιριθήριο (Moeritherium), ένα προβοσκιδωτό, το οποίο βρέθηκε σε μία όαση στη Σαχάρα και χρονολογείται περίπου 40-45 εκ. έτη διαθέτει μια πολύ απλή οδοντοστοιχία, δεν μοιάζει βέβαια με το σημερινό ελέφαντα αλλά προσομοιάζει, λόγω του μικρού του μεγέθους με γουρουνάκι ή με μικρό ιπποπόταμο. Ένα άλλο είδος είναι το Γομφοθήριο, στην ομάδα του οποίου ανήκει το σημαντικό εύρημα της Καλλιφύτου με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την ύπαρξη τεσσάρων χαυλιόδοντων. Στην ομάδα Platybelados ανήκει ένα ασιατικό ζώο της Μογγολίας με τέσσερις χαυλιόδοντες, δύο μικρούς πάνω και δύο μεγαλύτερους πλατύς κάτω που σχηματίζουν ένα φτυάρι. Άλλο ένα ιδιόμορφο ζώο είναι το Δεινοθήριο (Deinotherium), το οποίο έζησε κυρίως στην Αφρική μέχρι πριν μερικές χιλιάδες χρόνια. Το χαρακτήριζαν τα τέσσερα μέτρα μήκος αλλά και η ύπαρξη χαυλιόδοντων μόνο στην κάτω γνάθο, κάτι που δεν συναντάται σε άλλες ομάδες προβοσκιδωτών. Το Μαστόδοντο είναι ένα είδος που ζούσε κυρίως στην ήπειρο της Αμερικής. Παρόμοιο με αυτό έχει βρεθεί στη Μηλιά των Γρεβενών και χαρακτηριστικό του είναι οι πολύ μεγάλοι χαυλιόδοντες. Τέλος το πιο γνωστό και πρόσφατο είδος είναι τα Μαμούθ που αποτελεί το παλαιότερο είδος ελέφαντα.

Οι πρώτες αναπαραστάσεις και τα πρώτα στοιχεία για το είδος anancus arvernensis συλλέχθηκαν τη δεκαετία του ’20. Στην Ελλάδα είναι γνωστό από τουλάχιστον δεκατρείς απολιθωματοφόρες θέσεις.  Ήταν δασόβιο είδος, τρεφόμενο με φύλλα και καρπούς δέντρων γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το φυσικό τους περιβάλλον ήταν τα δάση, και η εποχή στην οποία ζούσαν τα ζώα αυτά, η Πλειόκενος, προηγήθηκε της πρώτης εποχής των παγετώνων. Ένα άλλο συμπέρασμα είναι  ότι και στη χώρα μας υπήρχε μεγάλος αριθμός προβοσκιδωτών, όπως στην περιοχή της Βόρειας Πελοποννήσου, της λεκάνη του Αξιού, τη Δυτική Μακεδονία αλλά ακόμα και στα ελληνικά νησιά, στα οποία έζησαν προβοσκιδωτα με μικρότερο μέγεθος.

Το δείγμα της Δράμας έχει παρά πολύ μεγάλη σημασία για την παλαιοντολογία γιατί είναι ένα από τα ελάχιστα ολοκληρωμένα τμήματα ζώου (κάτω γνάθος) που βρέθηκε στη χώρα μας. Μετά από τις επίμονες προσπάθειες και την οικονομική στήριξη του Δήμου Δράμας το εύρημα αυτό ήρθε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης μας, όπου θα εκτίθεται μόνιμα. Η σημασία του είναι επίσης τεράστια για την περιοχή μας γιατί εκτός από τα στοιχεία που μας δείχνει για το παρελθόν και για την εξέλιξη των ειδών με την πάροδο του χρόνου, σημαντική είναι και η εκθεσιακή αξία, αφού πρόκειται για ένα εύρημα κύρους για το Μουσείο, προάγοντας έτσι την επισκεψιμότητά του.

Τέλος τα απολιθώματα έχουν και εκπαιδευτική αξία γιατί μαθαίνουν στους μαθητές αλλά και σε όλους μας πως λειτουργεί η φύση, την οποία πρέπει να σεβόμαστε, μια που τη μεγαλύτερη καταστροφή την προξένησε διαχρονικά ο άνθρωπος.

 

Αφήστε το σχόλιό σας