Αρχική Σελίδα

Ψίθυροι | Εκδόσεις Περιοδικών - Εφημερίδων | Ηπείρου 2, 66100 Δράμα | Τηλ: 25210 36 700 | info@psithiri.gr

ΘΕΜΑΤΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ


Ανέστης Βλάχος

1 σχόλιο

Ο «κακός» του ελληνικού σινεμά… ο δραμινός Ανέστης Βλάχος

 

Έχει καταγραφεί στο ελληνικό DNA ως ο κακός του σινεμά. Ο ύπουλος, ο υποχθόνιος, ο άνθρωπος που κάθε φορά που εμφανιζόταν σε ταινία, γνώριζες ότι κάτι κακό θα συμβεί. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής του σινεμά έχει καρδιά μικρού παιδιού, είναι έντονα πολιτικοποιημένος και τα μάτια του υγραίνουν όταν κάνει αναδρομή στο παρελθόν ή όταν μιλάει για την οικογένειά του. Τα δύο παιδιά του, τον Ηρακλή από τον πρώτο του γάμο με την καλλιτέχνιδα Αναστασία Παπανδρόνη, και την Ελλη με τη δεύτερη σύζυγό του, επίσης ηθοποιό Μαρία Γαρίτση.

Η ζωή του δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα

Γεννήθηκε στην Προσοτσάνη Δράμας στις 7 Φεβρουαρίου 1934 από πολύ φτωχούς γονείς, οι οποίοι ήταν γεωργοί στο επάγγελμα. Ο παππούς του, Φίλιππος, ήταν Μακεδονομάχος (σύνδεσμος του Παύλου Μελά) και ο πατέρας του Ηρακλής σκοτώθηκε στο Αλβανικό μέτωπο το 1940.  Ο Ανέστης τελείωσε τις πρώτες τάξεις του δημοτικού στο ορφανοτροφείο Δράμας και το 1946 ήρθε στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα του αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.

Σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου - Θεάτρου Σταυράκου όπου είχε συμμαθητή τον Κώστα Καζάκο.

Παράλληλα με τις σπουδές του δούλευε σε οικοδομή όπου χτύπησε σε ένα καρφί με αποτέλεσμα να χάσει το μάτι του. Η Έλλη Λαμπέτη με τον Δημήτρη Χορν πλήρωσαν το νοσοκομείο που νοσηλεύτηκε ενώ μέχρι να αναρρώσει τον φρόντιζαν στο σπίτι τους.

Το 1956 πρωτοεμφανίστηκε στην ταινία «Το κορίτσι με τα μαύρα», όπου ερμήνευε έναν χαρακτηριστικό ρόλο.

Καθιερώθηκε με την ταινία του Κώστα Μανουσάκη «ο φόβος» κι από κει και πέρα ερμήνευσε πάντα δεύτερους ρόλους ενσαρκώνοντας συνήθως τον τύπο του «σκληρού».

Στο θέατρο, πρωτοεμφανίστηκε με το έργο «Θάψτε τους νεκρούς», (Κυκλικό θέατρο του Τριβιζά) και συνέχισε παίζοντας σε όλα τα είδη, ενώ εμφανίστηκε και στην τηλεόραση. Το 1994, μετά από απουσία πολλών χρόνων, πρωταγωνίστησε στην ταινία «Αυτόπτης μάρτυρας». Είναι παντρεμένος με την ηθοποιό Μαρία Γαρίτση.

Είναι κουμπάρος με τον Νίκο Ξανθόπουλο (τον πάντρεψε ο Ξανθόπουλος) και αχώριστος φίλος, όπως και με τον αλησμόνητο Γιώργο Φούντα.

Έκανε και μια guest εμφάνιση στην «Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου», στο ρόλο... της αρκούδας !

Έχει κερδίσει τιμητικές διακρίσεις στο ΦΕΚΘ το 1964 και το 1974 για τις ερμηνείες του στις ταινίες «Με τη Λάμψη στα Μάτια» και «Κιέριον». Έχει ακόμη διακριθεί για την ερμηνεία του στην ταινία «Ο φόβος» στο Φεστιβάλ Τυνησίας το 1966. Οι εμφανίσεις του στο θέατρο ήταν περιορισμένες.

Όμορφα περιστατικά που τα φυλάει στην καρδιά σαν πολύτιμα πετράδια.

Ο κόσμος τον έχει συνδέσει με τον ρόλου του κακού, του άγριου, του άξεστου, ενώ εκείνος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ρολίστα. «Ο κινηματογράφος περισσότερο στηρίζεται στο physique και μετά στην ψυχολογία και στο ταμπεραμέντο του ηθοποιού. Έτυχε λοιπόν στην πρώτη μου ταινία, την «Αγιούπα» του Γκρεγκ Τάλας, να κάνω έναν βιαστή. Στον κινηματογράφο, όταν ένας ηθοποιός έπαιζε έναν ρόλο και είχε επιτυχία, τότε όλοι οι σεναριογράφοι έγραφαν τον ίδιο χαρακτήρα. Μην ξεχνάμε ότι γίνονταν 200 ταινίες τον χρόνο και δεν προλάβαιναν οι συγγραφείς να γράφουν, έλεγαν «υπάρχει ένας σκληρός, ποιος θα τον κάνει;» και σε έπαιρναν και γινόταν μοτίβο».

Το βλέμμα του νοσταλγικό όταν αναφέρεται στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και ειδικά στον κουμπάρο του Νίκο Ξανθόπουλο. «Κάποτε πίναμε τον καφέ μας με τον Νίκο εδώ στην πλατεία Βικτωρίας. Κάποια στιγμή περνάνε δύο γυναίκες, οι οποίες αρχίζουν τραγικά να πιάνουν τα μαλλιά τους και να του λένε «Νίκο, πώς κάθεσαι δίπλα του». Οπότε γυρίζει ο Νίκος και τους λέει «Τι λέτε, κυρίες μου, ο Ανέστης είναι το κουμπαράκι μου, το φιλαράκι μου, τον αγαπώ» κι εκείνες του φώναζαν «φύγε, φύγε θα σε σκοτώσει». Αυτό είναι αληθινό! Χτυπιόντουσαν ! Επειδή καθόμουν δίπλα του θεωρούσαν πως θα του κάνω κακό. Ενώ με τον Νίκο είμαστε κουμπάροι, με έχει στεφανώσει και είμαστε φίλοι χρόνια. Έχουμε και σήμερα επαφές, όχι πολύ τώρα που μεγαλώσαμε, παίρνουμε κανένα τηλέφωνο και τα λέμε».

Τα παρασκήνια από τις ταινίες που έχει γυρίσει είναι αρκετά ώστε να γράψει ακόμη και βιβλίο. Μοιράστηκε μαζί μας κάποια περιστατικά, που τα φυλάει στην καρδιά του σαν πολύτιμα πετράδια.

«Στην ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Το ποτάμι» εγώ έπρεπε να πέσω μέσα και, λόγω ζέστης, να ρίχνω νερό πάνω μου για να δροσιστώ. Έλα όμως που τα γυρίσματα τα κάναμε χειμώνα στις Σέρρες και το ποτάμι κατέβαζε κομμάτια πάγου ! Εγώ έκανα κανονικά τη σκηνή, αλλά με έβγαλαν μελανιασμένο από το κρύο και άρχισαν να με τρίβουν με οινόπνευμα, γιατί δεν ανέπνεα» διηγείται, ενώ το κουβάρι των αναμνήσεων συνεχίζει να ξεδιπλώνεται.

«Γυρίζαμε την «Κατάρα της μάνας» με τον Γιώργο Φούντα και τον Κώστα Κακαβά, ο οποίος είχε μια σκηνή που έπρεπε να πέσει στο ποτάμι. Την έκανε -ήταν ένας τσακωμός- και βγήκε με λάσπες. Ο Φούντας, πολύ καλός ηθοποιός και φίλος, του λέει: «Αγοράκι μου, να προσέχεις τη φάτσα σου». Εννοούσε ότι ο Κακαβάς, που είναι φίλος μου και τον αγαπώ, δεν είναι καλός ηθοποιός, αλλά τον έπαιρναν στις ταινίες για την εξωτερική του εμφάνιση . Εγώ αντέδρασα. «Τι του λες, ρε Γιώργο, του παιδιού;» του είπα. Ήταν ωραίες εποχές και περνάγαμε ωραία, είχαμε τις πλάκες μας. Έχω πολλές αναμνήσεις από τις ταινίες που έχω γυρίσει, μπορώ να πω και νοσταλγία».

Η αδερφική φιλία με τον Χορν και τη Λαμπέτη

Ο Ανέστης Βλάχος είχε και μια άλλη μεγάλη φιλία, σχεδόν αδερφική. Το θρυλικό ζευγάρι του ελληνικού σινεμά, η Ελλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν, ήταν εκείνοι που του στάθηκαν μετά το ατύχημα που είχε, με αποτέλεσμα να χάσει το μάτι του. Αν και δύσκολα αναφέρεται σε αυτή την περιπέτεια, εντούτοις θυμάται: «Μετά το «Κορίτσι με τα μαύρα», όταν χτύπησα κι είχα προβλήματα, η Λαμπέτη και ο Χορν μου στάθηκαν σαν αδέρφια. Δεν θα το ξεχάσω μέχρι να πεθάνω, γιατί λίγοι άνθρωποι έχουν τέτοια ψυχή. Όταν βλέπω ταινίες τους συγκινούμαι πολύ και κλαίω».

Ο κινηματογράφος στη ζωή του

«Ο κινηματογράφος για μένα μπήκε ξαφνικά στη ζωή μου. Θυμάμαι, ο Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Γκρεκ Τάλλας θα έκανε την ταινία «Αγιούπα». Έψαχνε, λοιπόν, δύο ηθοποιούς που να θυμίζουν αγροτόπαιδα για να παίξουν σε αυτή. Εγώ τότε ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής του Σταυράκου. Όταν με είδε ο Τάλλας, εντυπωσιάστηκε και με έβαλε σε βασικό ρόλο. Έπειτα ο Μιχάλης Κακογιάννης θα έκανε τη θρυλική ταινία «Το κορίτσι με τα μαύρα». Οι τεχνικοί, λοιπόν, πήραν κάποιες φωτογραφίες δικές μου και τις πήγαν στην αλησμόνητη Έλλη Λαμπέτη και στον Κακογιάννη για να με δουν. Με φώναξαν, τους άρεσα στο πρόσωπο και μου έδωσαν το ρόλο του αδερφού της Έλλης. Οι δυνατότητες της Έλλης στην υποκριτική ξεπερνούσαν τα όρια της Ελλάδας. Ήταν πολύ μεγάλη ηθοποιός κι αν ζούσε περισσότερα χρόνια θα αναγνωριζόταν παγκοσμίως το ταλέντο της».

«Εγώ έβγαλα τον Νίκο Φώσκολο στον κινηματογράφο»

«Όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο, είναι πραγματικότητα: Εγώ έβγαλα τον Νίκο Φώσκολο στον κινηματογράφο! Είχα έναν ανιψιό του παρέα και μου έλεγε: «Ρε συ Ανέστη, έχω ένα θείο που γράφει σενάρια. Τι θα κάνουμε;». Εκείνη την εποχή ο Φώσκολος ήταν στο ραδιόφωνο. Όταν πήρα τα σενάρια που έγραφε, μου άρεσαν πολύ και έβρισκα εγώ παραγωγούς. Έτσι το πρώτο σενάριο του Νίκου που έπαιξα ήταν η «Κρυστάλλω» του Βασίλη Γεωργιάδη. Μετά έγραψε πολλά σενάρια, όπως «Φλογέρα και αίμα», «Η κατάρα της μάνας». Όταν έπειτα πήγε στο Φίνο σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε».

Ο νταής  που τρέμει στην πλατεία Βικτωρίας

Μένοντας σε μια δύσκολη περιοχή, όπως η πλατεία Βικτωρίας, ομολογεί ότι φοβάται.

«Ο νταής του κινηματογράφου, από τους ρόλους εννοώ, προτού πέσει ο ήλιος πάει σπίτι του. Κλειδώνω, αμπαρώνω και είναι τραγική κατάσταση στα γεράματά μου να φοβάμαι να βγω έξω. Εγώ εδώ στην πλατεία Βικτωρίας έζησα πενήντα χρόνια. Ήταν μια χαρούμενη περιοχή. Φοβάμαι όχι μήπως με σκοτώσουν, αυτό είναι το λιγότερο, αλλά τον βασανισμό και τον εκβιασμό που κάνουν στον δρόμο ακόμα και για πέντε ευρώ».

Τα μόνα του έσοδα προέρχονται από τη σύνταξη που παίρνει. «Δεν περίμενα να περάσω τέτοια μαύρα γεράματα, γιατί δουλεύω από 11 χρόνων παιδί και τώρα είμαι 79. Κάθε φορά που πάω να πληρωθώ, κάθε μήνα, τρέμει η ψυχή μου και λέω «θα προλάβω να πληρώσω το φως και τα χαράτσια; Ζω και με αυτό το άγχος».

Ύστερα από τόσα χρόνια, φέτος, επιστρέφει στο θέατρο «Ορφέας» με το έργο «Οίκος ευγηρίας»,  με συμπρωταγωνιστές τους Νίκο Βανδώρο, Μαρία Ιωαννίδου, Τρύφωνα Καρατζά, Καίτη Φίνου, Τιτίκα Σαριγκούλη, Σπύρο Μπιμπίλα και πολλούς άλλους.

«Τόσα χρόνια δεν έκανα θέατρο, γιατί δούλευα στον κινηματογράφο, τον οποίο αγαπούσα πολύ. Έκανα πάνω από 180 ταινίες, με απορρόφησε το σινεμά. Έχω τιμητική σύνταξη χάρη στα βραβεία που έχω κερδίσει. Τώρα λοιπόν στα γεράματα μου έκαναν πρόταση να παίξω σε αυτό το έργο, το οποίο έχει να κάνει με μια κοινωνία απόστρατων ηθοποιών. Η ιστορία μας διαδραματίζεται μέσα σε ένα νοσοκομείο, όπου άνθρωποι που βρίσκονται στη «δύση» τους ανοίγουν την καρδιά τους, λένε τα προβλήματά τους. Ευχαριστήθηκα πολύ με αυτή τη συνεργασία, γιατί τους ήξερα ως ηθοποιούς, όμως δεν είχα συνεργαστεί μαζί τους. Θα δείτε μια παράσταση ανθρώπινη και θα καταλάβετε ότι και οι ηλικιωμένοι έχουν ψυχή».

Τελειώνοντας, δεν θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε τι γεύση του έχει αφήσει το επάγγελμα του ηθοποιού. «Νοσταλγία. Γιατί ο ηθοποιός είναι μεγάλο πράγμα, να κάνεις χαρακτήρες έξω από τον εαυτό σου. Κι όταν το πετυχαίνεις και αρέσεις, χαίρεσαι γιατί είναι σαν να είσαι ο ήρωας που υποδύεσαι».

«Οι Έλληνες είμαστε δημοκράτες. Την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής ελάχιστοι την πιστεύουν»

Ο Ανέστης Βλάχος είναι έντονα πολιτικοποιημένος, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ, δημοτικός σύμβουλος Αθήνας επί Μπέη και αντιδήμαρχος σχολιάζει τα υψηλά ποσοστά της Χρυσής Αυγής.

«Οι Έλληνες είμαστε δημοκράτες. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν έχει σχέση με την ιδεολογία της. Αυτή ελάχιστοι την πιστεύουν. Οι ψήφοι σ’ αυτό το κόμμα είναι ψήφοι διαμαρτυρίας. Αν οι πολιτικοί φτιάξουν τα πράγματα και κοιτάξουν το λαό στα μάτια, ούτε εκατό ψήφους δεν θα πάρουν. Η Χρυσή Αυγή θα χαθεί γιατί δεν αντιπροσωπεύει τίποτα».

Ο Ανέστης Βλάχος τιμήθηκε πριν λίγα χρόνια από την γενέτειρά του και από τον δήμο Προσοτσάνης

Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης  της 17ης Ιανουαρίου 2010 ο Ανέστης Βλάχος ανακηρύχτηκε επίτιμο μέλος του Μουσικοχορευτικού Συλλόγου Προσοτσάνης «Ο Μέγας Αλέξανδρος» και δόθηκε το όνομά του στη δανειστική βιβλιοθήκη του συλλόγου, ως ένδειξη τιμής και αναγνώρισης της προσφοράς του στην ελληνική κοινωνία διαμέσου της τέχνης του κινηματογράφου και του θεάτρου που υπηρέτησε. Ο Ανέστης Βλάχος πρόβαλλε τη γενέτειρά του Προσοτσάνη, ενώ βοήθησε στον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης με δωρεές βιβλίων και ετήσια χρηματοδότηση από το Υπουργείο Παιδείας.

 

 


Σχόλια (1)

Katerina Zaxou - Πέμπτη 19 Απριλίου 2018 στις 17:14
η φλογέρα και αίμα ήταν και είναι από τις αγαπημένες μου

Αφήστε το σχόλιό σας