Αρχική Σελίδα

Ψίθυροι | Εκδόσεις Περιοδικών - Εφημερίδων | Ηπείρου 2, 66100 Δράμα | Τηλ: 25210 36 700 | info@psithiri.gr

ΘΕΜΑΤΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ


Σύλλογος βλάχων Προσοτσάνης “Οι Γραμμουστιάνοι”

1 σχόλιο

Ο Σύλλογος Βλάχων Προσοτσάνης ΄΄ΟΙ ΓΡΑΜΜΟΥΣΤΙΑΝΟΙ΄΄ ιδρύθηκε το 1982 και από τότε μέχρι και σήμερα, είναι φορέας μιας μεγάλης μουσικής, χορευτικής και λαογραφικής παράδοσης. Οι πρόγονοί τους ξεκίνησαν από τη Γράμμουστα στις αετοκορφές της Πίνδου. Συνέχισαν την ζωή τους στο αδικοχαμένο Παπά Τσαϊρ για να εγκατασταθούν τελικά στην Προσοτσάνη Δράμας, τελευταίο σταθμό της προσφυγιάς τους. Παρ’ όλες τις δυσκολίες των πρώτων χρόνων, δημιούργησαν οικογένειες, ασχολήθηκαν με διάφορα επαγγέλματα και κράτησαν γερά την παράδοσή τους.

Δύο δεκαετίες και πλέον από την ίδρυσή του, ο σύλλογος ακολουθεί με την ίδια συνέπεια και αγάπη, την προσπάθεια για την διατήρηση και συνέχιση των ηθών και εθίμων των προγόνων τους, μεταφέροντάς τα, στην γνήσια μορφή τους, στους νέους και στις νέες, που κινούνται γύρω από τον σύλλογο, είτε ως χορευτές, μουσικοί, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, είτε και ως συμπαραστάτες σε κάθε μορφής εκδήλωση
που διοργανώνει ή συμμετέχει σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και όχι μόνο.
Σήμερα στο σύλλογό πλαισιώνουν πολλοί νέοι και νέες, από την ηλικία των 5 ετών και άνω, οι οποίοι με την συνδρομή των μεγαλύτερων μελών, μαθαίνουν τους παραδοσιακούς χορούς των Βλάχων, και γίνονται κοινωνοί των ηθών και εθίμων των προγόνων τους. Είναι αυτά τα παιδιά που χρόνια τώρα συμμετέχοντας σε διάφορα φεστιβάλ και εκδηλώσεις, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, εντυπωσιάζοντας τους πάντες με την μοναδικότητα των χορών και τραγουδιών τους.
Έδρα του Συλλόγου είναι η Προσοτσάνη Δράμας, μια περιοχή με έντονη πολιτιστική παρουσία και μεγάλη παράδοση. Για το λόγο αυτό εκτός από το χορευτικό τμήμα, ο σύλλογος διατηρεί λαογραφικό μουσείο με γνήσια παραδοσιακά αντικείμενα.
Παράλληλα έχει κυκλοφορήσει ήδη ένα cd με Βλάχικα τραγούδια, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσει και ένα δεύτερο, στο οποίο τα παραδοσιακά όργανα θα παίζουν παιδιά του Συλλόγου. Επίσης, μέσα στους επόμενους στόχους του Συλλόγου είναι η δημιουργία ενός λευκώματος στο οποίο θα καταγράφεται το τελετουργικό του παραδοσιακού Βλάχικου γάμου, και θα εμπλουτισθεί με πληροφοριακό υλικό για το Σύλλογο, τα ήθη και τα έθιμα των Βλάχων.
Σκοπός του Συλλόγου είναι η αναβίωση και μεταλαμπάδευση των μουσικών και παραδοσιακών στοιχείων, αλλά και της μοναδικότητας της προφορικής γλώσσας των Βλάχων, για να κρατηθεί ζωντανή η ιστορία, η παράδοση, και η πολιτιστική τους κληρονομιά.
Πλήθος δράσεων σε Ελλάδα και εξωτερικό
Ο Σύλλογος διαθέτει σήμερα ένα χορευτικό τμήμα που αδιαμφισβήτητα αποτελεί ένα από τα καλύτερα της περιοχής και κάθε χρόνο συμμετέχουν σε πλήθος εκδηλώσεων σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Στην Ελλάδα, το χορευτικό τμήμα συμμετείχε σε όλε όλες τις εκδηλώσεις που προσκλήθηκε όπως στο Σουφλί, στην Χρυσούπολη, στην Καβάλα, στις Σέρρες, στη Βέροια, στην Καστοριά, στο Μέτσοβο, στη Νάουσα κ.λ.π.
Στο εξωτερικό πήρε μέρος σε εκδηλώσεις που διοργάνωσε ο Σύλλογος σε συνεργασία με Ελληνικές κοινότητες στην περιοχή της Στουτγάρδης δύο φορές το 1985 και 1992. Αντιπροσωπεία του Συλλόγου σε συνεργασία με την Πανελλήνια Ένωση Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων συμμετείχε δύο φορές το 1993 και 1995 σε εκδηλώσεις της ομογένειας στο Τορόντο του Καναδά. Δύο φορές συμμετείχε ο Σύλλογος σε παγκόσμια Φεστιβάλ στη Γαλλία στις πόλεις Ανζέρς και Λεμάν το 1986 και Μοντρέζω το 1993. Το 1987 ο Σύλλογος σε συνεργασία με το Δήμο Κ. Νευροκοπίου συμμετείχε σε εκδηλώσεις στη Βουλγαρία. Το 1988 συμμετείχε στο παγκόσμιο φεστιβάλ στο Πόρτο της Πορτογαλίας. Το 1995 (σε ανταπόδοση φιλοξενίας Ουγγρικού συγκροτήματος στην Προσοτσάνη το 1994) συμμετείχε σε εκδηλώσεις στη Βουδαπέστη Ουγγαρίας.

Ποιοι είναι οι Γραμουστιάνοι
Γραμμουστιάνοι είναι οι Βλάχοι που κατάγονται από τη Γράμμουστα, η οποία βρίσκεται στην κορυφή του Γράμμου. Σήμερα είναι ακατοίκητη και ανήκει στο νομό Καστοριάς στα σύνορα με την Ήπειρο και τη Β. Ήπειρο. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα σπουδαία κέντρα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας που έπαιζαν μεγάλο ρόλο στην αφύπνιση της Ελληνικής συνείδησης και τη διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας παράλληλα με τη βλάχικη διαλεκτό τους ήταν η Μοσχόπολη (είχε την εποχή εκείνη το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα "ΝΕΑ ΑΚΑΔΗΜΙΑ", μοναδικό σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο και το επίσης τυπογραφείο το 1727 στα Βαλκάνια ), το Μπιθούκι, η Γκάλα, η Γράμμαστα, η Νικολίτσα, το Λινοτόπι.
Τα κέντρα αυτά στο τέλος του 18ου αιώνα λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν από τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά με αποτέλεσμα οι κάτοικοι τους να σκορπίσουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Μία ομάδα από τη Γράμμουστα (Γραμμουστιάνοι) και μία ομάδα από τα ορεινά των Τρικάλων (Μότσιανοι) κατευθύνθηκε στην περιοχή του Ανω Νευροκοπίου και δημιούργησε ένα καινούριο χωριό, το Παπά-Τσαϊρ. Πρώτη φροντίδα των κατοίκων του ήταν η ίδρυση εκκλησίας και σχολείου, όπου όλα τα βλαχόπουλα μάθαιναν ανάγνωση και γραφή και λίγη ιστορία και αριθμητική. Το 1913, λίγο πριν διαμορφωθούν τα σημερινά σύνορα, (αρχές Αυγούστου), οι Βούλγαροι λεηλάτησαν και έκαψαν το Παπά-Τσαϊρ. Έτσι και πάλι οι κάτοικοι του, οι Γραμμουστιάνοι και Μότσιανοι, αναγκάσθηκαν να ξεριζωθούν για δεύτερη φορά και να σκορπίσουν στα χωριά της Δράμας και των Σερρών, Προσοτσάνη, Μικρόπολη, Ροδολείβος, Πρώτη και αλλού. Σήμερα το Παπά-Τσαϊρ (χωρίς κατοίκους, διατηρείται μόνο σε άσχημη κατάσταση η εκκλησία), όπως και το Ανω Νευροκόπι, ανήκουν στη Βουλγαρία.

Βλάχοι-Αρμανοί
Για να μπορέσουμε να ΄΄δούμε΄΄ ποιοι είναι οι Βλάχοι, πρέπει να μεταφερθούμε στα πρώτα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα. Πρέπει να πλησιάσουμε στη συνύπαρξη της Ελληνικής και Λατινικής γλώσσας.
Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, όλες σχεδόν οι περιοχές των βορείων συνόρων είχαν μα αντιμετωπίσουν διάφορες εθνότητες εχθρικές, που δημιουργούσαν προβλήματα στον ντόπιο πληθυσμό με τις λεηλατικές διαθέσεις τους.
Οι Ρωμαίοι για να μη δημιουργήσουν και άλλες εστίες πολέμου, τοποθετούν φρουρές στρατιωτών (οροφύλακες) σε όλες τις διόδους, για κάθε ενδεχόμενο. Συνέχισαν δηλαδή οι Ρωμαίοι ένα πανάρχαιο θεσμό που ίσχυε στην Μακεδονία, επί Φιλίππου Β΄ και των διαδόχων του, όπου Μακεδόνες φρουροί αγρυπνούσαν στα παραμεθόρια και στις καίριες οδικές διαβάσεις.
Αρχικά οι στρατιώτες των οροφυλακών ήταν Ρωμαίοι, αργότερα όμως με την κυριαρχία του Αυγούστου, οι Ρωμαίοι άρχισαν να επανδρώνουν τις φρουρές με Έλληνες.
Αρχίζει λοιπόν μια αισθητή μείωση των Ρωμαϊκών δυνάμεων στις Επαρχίες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους και κυρίως στην Επαρχία της Μακεδονίας (το 148 π.χ. η Μακεδονία μαζί με την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ν. Ιλλυρία αποτελούν Ρωμαϊκή επαρχία με το γενικό όνομα επαρχία της Μακεδονίας) και από την εποχή του Αδριανού, στις οροφυλακές Ρωμαίοι ήταν μόνο οι Αξιωματικοί, ενώ οι στρατιώτες ήταν ντόπιοι στρατολογημένοι Έλληνες, οι οποίοι μπορούσαν να ζήσουν σ' εκείνες τις δύσκολες ορεινές συνθήκες.
Ο Λατινικός λοιπόν χαρακτήρας και η Ρωμαϊκή συνείδηση σιγά-σιγά πεθαίνει και αυτοί ακόμη οι Αξιωματικοί τείνουν να αφομοιωθούν από τους ντόπιους στρατιώτες. Κοινό όργανο συνεννόησης ήταν η Λατινική γλώσσα, φυσικά άγνωστη και ξένη προς την ελληνική. Έπρεπε επομένως να βρεθεί ένα κοινό γλωσσικό μέτρο κατανοητό σε όλους, αφού όλη η στρατιωτική εκπαίδευση, και όλα τα παραγγέλματα δίνονταν μέχρι την εποχή του Μαυρίκιου, στην Λατινική γλώσσα, γιατί αυτή ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους.
Όλοι οι υπήκοοι στρατιώτες αλλά και οι οικογένειες τους, που ζούσαν σ' αυτές τις διαβάσεις, έπρεπε να προσαρμοστούν γλωσσικά. Έτσι στις οροφυλακές της Ρωμαϊκής (Μακεδονικής επαρχίας) άρχισε να αφομοιώνει η ελληνική γλώσσα την λατινική και η λατινική την ελληνική και με την συνένωση αυτή των δύο γλωσσικών μορφών έχουμε την γέννηση μιας λατινογενούς προφορικής γλώσσας της λεγόμενης βλάχικης.
Στη βλάχικη γλώσσα, γλωσσικά στοιχεία παθαίνουν πλήρη αφομοίωση και σύγχυση, που δεν προδίδουν την ταυτότητα της ελληνικής ή λατινικής γλώσσας, με μία πρόχειρη εξέταση. Μόνο ένας ειδικός μπορεί να μας ενημερώσει για ποια λέξη της βλάχικης προέρχεται από την μία ή την άλλη γλώσσα.
Στο λεξιλόγιο της βλάχικης υπερισχύουν οι ελληνικοί γλωσσικοί τύποι. Συγκεκριμένα όπως μας πληροφορεί ο Νικολαϊδης από τις 6657 λέξεις που αναφέρει στο λεξικό του, οι 2605 είναι λατινικής προέλευσης, ενώ οι 3460 ελληνικής.
Οι κάτοικοι λοιπόν των οροφυλακών, πλάι στη γραπτή μητρική τους γλώσσα την ελληνική, απέκτησαν και την βλάχικη. Αποκαλούνται δε από τους συντοπίτες ΄΄Βλάχοι΄΄, οι ίδιοι όμως εξακολουθούν να αποκαλούν τον εαυτό τους ΄΄Αρμάνοι΄΄, δηλαδή Ρωμαίοι, όπως άλλωστε αποκαλούνται στα ελληνικά όλοι οι Έλληνες.
΄΄Οι Βλάχοι΄΄ γράφανε, μελετούσαν και πρώτευαν μονάχα στα ελληνικά, στην εθνική γραφή. Τα βλάχικα τα κρατούν σε ανάμνηση της ρωμιοσύνης. Σβήνει αυτή σβήνουν κι αυτά.
Όμοια με τη βλάχικη, με βάση διάφορες άλλες γλώσσας, δημιουργήθηκαν (με την επέκταση των Ρωμαίων) και άλλες λατινογενείς γλώσσες, όπως η γαλλική, η πορτογαλική, η ρουμανική, που όλες έχουν γλωσσική συγγένεια, αφού φυσικά σε όλες μεσολάβησε αφομοιωτικά η λατινική γλώσσα, χωρίς όμως να ΄χουν απολύτως κανένα άλλο συγγενικό δεσμό, και το σπουδαιότερο, κανένα απολύτως φυλετικό κοινό γνώρισμα. Όλες αυτές οι γλώσσες σήμερα σαν μακρινοί απόγονοι μιας λατινικής επίδρασης, έχουν κοινές λέξεις, που όμως προσαρμόζονται στους γλωσσικούς τύπους, κάθε ντόπιας επίδρασης.


Σχόλια (1)

qbkddoooop - Τρίτη 19 Απριλίου 2011 στις 15:27
bYtIwk efudewtbrlyu, [url=http://helhntifrogr.com/]helhntifrogr[/url], [link=http://jyrrokiqrutq.com/]jyrrokiqrutq[/link], http://gnootxxorxlq.com/

Αφήστε το σχόλιό σας