5.3 C
Drama
Σάββατο, 24 Ιανουαρίου, 2026

Δημήτρης Μεσσίνης

Ο κόσμος μέσα από το σκόπευτρο ενός φωτοειδησεογράφου

Υπάρχουν εικόνες που καθηλώνουν. Που σταματούν τον χρόνο. Που δεν σου επιτρέπουν να κοιτάξεις αλλού. Πίσω από τέτοιες εικόνες, υπάρχει πάντα ένα ανθρώπινο βλέμμα. Ένα χέρι που κράτησε σταθερά τη μηχανή, πολλές φορές μέσα στον θόρυβο, τον φόβο, την αγωνία. Ένας νους που έπρεπε να είναι ψύχραιμος τη στιγμή που ο κόσμος γύρω του διαλυόταν.
Ο Δημήτρης Μεσσίνης δεν είναι απλώς ένας φωτοειδησεογράφος με βραβεία και διεθνή αναγνώριση. Είναι ένας μάρτυρας της σύγχρονης ιστορίας, που βρέθηκε στις πιο σκοτεινές, αλλά και στις πιο ανθρώπινες γωνιές του πλανήτη. Από τον πόλεμο στη Βοσνία μέχρι το Αφγανιστάν, και από την εμπόλεμη Τσετσενία μέχρι τα φώτα των Ολυμπιακών Αγώνων, κουβάλησε όχι μόνο τον εξοπλισμό του, αλλά και το βάρος όσων είδε, ένιωσε και αποτύπωσε.

Συνέντευξη Βαγγέλης Ελευθεριάδης

Σήμερα, μακριά από τα μέτωπα, επιστρέφει στον τόπο του – όχι για να ξεχάσει, αλλά για να θυμάται. Και ίσως, για να ξαναδεί τη ζωή με ένα διαφορετικό φως.
Μιλήσαμε μαζί του για όλα όσα άφησαν σημάδια όχι μόνο στο αρχείο του, αλλά και στην ψυχή του.

– Κύριε Μεσσίνη, ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο μακρινό χθες. Αναμφίβολα, δεν είναι πρωτόγνωρο, κάποιος να σπουδάζει κάτι άλλο απ’ αυτό που τελικά ακολουθεί με πάθος στη ζωή του. Εσάς, τι σας ώθησε να αλλάξετε πορεία, να εγκαταλείψετε την οικογένεια και τη ζωή σας στη Γαλλία και να επιστρέψετε στην Ελλάδα;
– Το μακρινό λοιπόν 1968, αρρωσταίνει σοβαρά ο πατέρας μου και αναγκαστικά βγαίνει σε αναπηρική σύνταξη. Το ποσό τις σύνταξης δεν φτάνει για να ζήσει η 4μελής οικογένεια και έτσι αναγκαστικά, εγκαταλείπω τις σπουδές για να δουλέψω σε μία τράπεζα τότε, ώστε να αυξηθεί το εισόδημα μας. Αργότερα έρχομαι να υπηρετήσω την στρατιωτική μου θητεία ως προστάτης οικογενείας και ταυτόχρονα ανακαλύπτω και την Ελλάδα την οποία άφησα 12 χρονών παιδί. Επιστρέφω στην Γαλλία και λίγα χρόνια αργότερα, αποφασίζω να επιστρέψω γιατί μου άρεσε πολύ η χώρα μου και έρχομαι στην Θεσσαλονίκη να εργαστώ στο εργοστάσιο λιπασμάτων Sicng που ήταν Γαλλοελληνικών συμφερόντων και η οικογένεια μου με ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα. Έμεινα πέντε χρόνια εκεί και μια συγκυρία τότε με έκανε να αλλάξω ζωή και επάγγελμα.

Φωτογραφία: Laszlo Balogh

– Θυμάστε ποια ήταν η πρώτη εικόνα που σας συγκλόνισε όταν κρατήσατε φωτογραφική μηχανή στα χέρια σας;
– Ως ερασιτέχνης φωτογράφος είχα τραβήξει μια φωτογραφία από τις καμινάδες του εργοστασίου λιπασμάτων στο οποίο εργαζόμουν τότε, να εκπέμπουν μεγάλη ποσότητα αποβλήτων μέσα από ένα πελώριο σύννεφο καπνού. Ο φίλος μου Κλεάνθης Γρίβας, εκτός από ψυχίατρος ήταν και αρθρογράφος στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη και όταν την είδε μου την ζήτησε για να την βάλει σε ένα άρθρο που ετοίμαζε για την ρύπανση του περιβάλλοντος. Του την παραχώρησα με μεγάλη χαρά και όταν μερικές μέρες αργότερα την είδα στην πρώτη σελίδα να κρέμεται στο περίπτερο κάτι έπαθα. Έχω την εντύπωση ότι κάποιο «μικρόβιο» μου μπήκε στις φλέβες και το οποίο δεν έχει φύγει ακόμα μετά από 48 χρόνια.

«Έχω την εντύπωση ότι κάποιο “μικρόβιο” μου μπήκε στις φλέβες και το οποίο δεν έχει φύγει ακόμα μετά από 48 χρόνια»

– Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε προς τη φωτοειδησεογραφία – και δη σε τόσο «σκληρά» περιβάλλοντα όπως οι εμπόλεμες ζώνες;
– Ξεκίνησα επαγγελματικά στον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης του 1978 όπου ο φωτορεπόρτερ Μιχάλης Παππούς, βλέποντας τις εικόνες μου, μού ζήτησε να συνεργαστούμε και έτσι μερικές μέρες μετά και χωρίς δεύτερη σκέψη εγκατέλειψα το εργοστάσιο λιπασμάτων όπου εργαζόμουν ως μεταφραστής μιας και ήταν Ελληνογαλλικών συμφερόντων. Κατόπιν μετά από δύο χρόνια άνοιξα δικό μου γραφείο.
Όταν το 1981 άνοιξε η εφημερίδα «Εγνατία» το συγκρότημα Βελλίδη (Μακεδονία – Θεσσαλονίκη) μας κάλεσε όλους σε σύσκεψη βάζοντάς μας ένα μεγάλο δίλλημα με την μορφή εκβιασμού θα έλεγα. Η επιλογή ήταν μία, ή θα δίνουμε φωτογραφίες στο δικό τους συγκρότημα ή στην «Εγνατία». Όλοι δυστυχώς υπόκυψαν τότε στον εκβιασμό και ο μόνος που αντέδρασα ήμουν εγώ, μιας και ως ελεύθερος επαγγελματίας θα αποφάσιζα με ποιον θα συνεργαστώ μη δεχόμενος τον εκβιασμό. Παρότι έστελνα τις φωτογραφίες και στο συγκρότημα Βελλίδη, ο φάκελός μου κατέληγε καθημερινά στον κάλαθο αχρήστων με εντολή του Διευθυντή. Όταν μετά από καιρό έκλεισε η «Εγνατία» για να αντικατασταθεί από τον Ελεύθερο Τύπο στην Αθήνα, έμεινα χωρίς δουλειά και με το ζόρι είχα να ταΐσω τον γιο μου. Ήταν ένα τεράστιο επαγγελματικό bulling το οποίο δεν πρόκειται να ξεχάσω και να συγχωρέσω ποτέ.
Τότε πήρα την μεγάλη απόφαση, πήγα στην Αθήνα και εντάχτηκα στο δυναμικό της εφημερίδας Έθνος. Οκτώ χρόνια μετά, πρωτοχρονιά του 1991, όταν μπήκαν οι Αλβανοί μετανάστες από τα σύνορα, ένα ξένο πρακτορείο, το European Press Photo Agency EPA, μου ζήτησε να τους καλύψω γιατί δεν είχαν ανταποκριτή στην Ελλάδα πλέον. Το έκανα με επιτυχία, είχα προσληφθεί μετά από έξι μήνες και τον επόμενο ήδη χρόνο κάλυπτα την πολιορκία του Σεράγεβο. Είχε ανοίξει ένας δρόμος ο οποίος με ανέβασε σε άλλο πλέον επίπεδο.

1999. Μπρούζνικ – Κόσοβο. Αντάρτης UCK καταρρέει αντικρίζοντας ομαδικό τάφο 60 συγχωριανών του μία μέρα μετά το τέλος του πολέμου.

– Υπάρχει κάποια στιγμή σε εμπόλεμη περιοχή που δεν θα ξεχάσετε ποτέ – είτε λόγω κινδύνου, είτε λόγω ανθρώπινης επαφής;
– Ναι… Tο 2002 στη Ραμάλα της Δυτικής όχθης του Ιορδάνη, σε μια από τις παν πολλές εισβολές του Ισραηλινού στρατού IDF στην κατά τα άλλα αυτοδιοικούμενη περιοχή από την Παλαιστινιακή αρχή, εκτοπιζόμαστε από τα δημοσιογραφικά μας γραφεία στα οποία εισέβαλαν ένοπλοι στρατιώτες και αναγκαστικά πηγαίνουμε οι ξένοι ανταποκριτές, βράδυ στο ξενοδοχείο μας, το οποίο βέβαια προσέφερε πολύ καλή θέα στον προσφυγικό στρατόπεδο Παλαιστινίων Al Amari το οποίο και είχαν περικυκλώσει. Έστησαν λοιπόν τα τηλεοπτικά τις κάμερες στην κεντρική σκάλα του ξενοδοχείου μιας και ήταν τζάμι και όχι τοίχος. Εγώ είχα πάρει θέση δίπλα στην πρώτη κάμερα του ABC από την μεριά που ξεκινούσε το τζάμι μιας και δεν χρειαζόμουν τρίποδα όπως τα τηλεοπτικά.
Κατά τις τρεις τα χαράματα ό εικονολήπτης του ABC φεύγει από την θέση του και πάει να κάνει ένα τσιγάρο μακριά από το παράθυρο. Λίγο μετά, μία ριπή πολυβόλου από το άρμα που βρισκόταν μεταξύ ξενοδοχείου και στρατοπέδου προσφύγων Al Amari, στοχευόμενη εναντίων μας, σπάει τα τζάμια, και η κάμερα που βρίσκετε περίπου μισό μέτρο από τον δεξί μου ώμο δέχεται τέσσερις σφαίρες εκ των οποίων η μία στο κέντρο του φακού. Μετά τον πανικό που δημιουργήθηκε και ευτυχώς δεν είχαμε απώλειες, μαζέψαμε τις κάμερες γιατί διαπιστώσαμε ότι η παρουσία μας ήταν πολύ ενοχλητική για τον IDF.
Την επόμενη μέρα δικαιολογήθηκαν ότι μας πέρασαν για «τρομοκράτες» της Αλ Φατάχ. Είναι η μοναδική φορά στην ζωή μου που είπα ότι το τσιγάρο σώζει και καμιά φορά την ζωή.

«Είχα την τύχη να κάνω μια σπάνια δουλειά αλλά το τίμημα είναι βαρύ»

– Πώς διαχειρίζεται ένας φωτορεπόρτερ τον φόβο και την προσωπική του ασφάλεια όταν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή;
– Ο φόβος υπάρχει και πρέπει να υπάρχει. Είναι αυτός που καθορίζει και την «κόκκινη γραμμή» του καθενός. Όποιος πει ότι δεν φοβάται, λέει ψέματα και είναι σίγουρα υποψήφιο «θύμα». Αυτό δεν σημάνει ότι όσοι φοβούνται και τηρούν μια κόκκινη γραμμή δεν είναι ευάλωτοι αλλά μειώνονται και οι πιθανότητες «ζημιάς». Το θέμα είναι ότι στην δουλειά αυτή, πας κάπου για να καταγράψεις και να μεταφέρεις την είδηση και όχι για να γίνεις εσύ ο ίδιος η είδηση.

2001. Καμπούλ Αφγανιστάν υπό διακυβέρνηση Ταλιμπάν. Χήρα πολέμου ζητιανεύει για την επιβίωση.

– Πώς κρατά κανείς ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη να καταγράψει την είδηση και στην ηθική ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που φωτογραφίζει;
– Η σωστή και αντικειμενική καταγραφή της είδησης είναι η ηθική ευθύνη προς τους ανθρώπους αυτούς. Στην πλειονότητα τους ούτε σου δίνουν σημασία τις περισσότερες φορές, διότι τα προβλήματά τους είναι τέτοια που δεν τους αφήνει να κάνουν άλλες σκέψεις.
Έχεις εκεί την υποχρέωση να τους προστατέψεις και όχι να εκμεταλλευτείς τον πόνο τους. Έχεις επίσης και την ευθύνη της ουδετερότητας παρά τις όποιες προσπάθειες θα κάνουν αντιμαχόμενοι να σε πείσουν, ο καθένας από την μεριά του, να «προβάλεις» μόνο αυτά που τους συμφέρει και όχι όλη την ειδησεογραφία που έχεις καταγράψει φωτογραφικά.

– Πώς σας άλλαξε, ως άνθρωπο, η επαφή με τον πόνο, την απώλεια, αλλά και την αντοχή των ανθρώπων σε ακραίες συνθήκες;
– Με άλλαξε πάρα πολύ. Όταν ζεις πόνο και την απώλεια άλλου δεν μπορείς να μείνεις αλώβητος. Την ώρα βέβαια που καταγράφεις πρέπει να παραμείνεις ψύχραιμος και «ψυχρός» θα έλεγα ώστε το δικό σου συναίσθημα να μην σε παρεκκλίνει από την πραγματικότητα. Το βράδυ, όταν πας να κοιμηθείς, αυτά που μερικές φορές «ξαναφέρνεις» μπροστά σου σε κάνουν να περάσεις πολύ δύσκολες νύχτες.

«Ο φόβος υπάρχει και πρέπει να υπάρχει. Είναι αυτός που καθορίζει και την “κόκκινη γραμμή” του καθενός»

– Μετά από όλα όσα έχετε δει και ζήσει, ποια είναι η εικόνα του κόσμου που έχετε μέσα σας σήμερα;
– Όχι και η καλύτερη. Η πλειοψηφία του κόσμου κρύβεται πίσω από το βόλεμα της, έστω και αν ακριβώς δίπλα μας, από την άλλη πλευρά των συνόρων μας γίνεται μακελειό. Είναι το γνωστό «μακριά από εμάς και ας γίνει ότι θέλει». Οι ελάχιστοι που αντιδρούν και κινητοποιούνται χαρακτηρίζονται πολλές φορές και γραφικοί. Δείτε τι γίνεται με την Γάζα για παράδειγμα εδώ και 67 χρόνια.
Η ίδια θάλασσα μας βρέχει, η ίδια η αυλή μας είναι. Και όμως βλέπετε ότι μια μεγάλη πλειοψηφία είναι είτε αδιάφορη είτε υπέρ του αφανισμού ενός λαού.

2002. Ράφα, Λωρίδα της Γάζας. Κοριτσάκι περπατάει ανάμεσα στα συντρίμμια του σπιτιού της που γκρεμίστηκε από μπουλντόζα του Ισραηλινού στρατού.
1999. Γκλόγκοβατς Κόσοβο. Πρόσφυγες επιστρέφουν στα σπίτια τους μετά την λήξη του πολέμου.

– Πιστεύετε ότι μια φωτογραφία μπορεί πραγματικά να αλλάξει τον κόσμο ή τη ματιά μας προς αυτόν;
– Το πιστεύω απόλυτα ότι μπορεί να συμβάλει και είναι γραμμένο και στην δημοσιογραφική ιστορία με το «κορίτσι της ναπάλμ» του συναδέλφου Νικ Ουτ του οποίου η φωτογραφία ήταν και η αφορμή ώστε να τερματιστεί σύντομα ο πόλεμος του Βιετνάμ.

«Το βράδυ, όταν πας να κοιμηθείς, αυτά που μερικές φορές “ξαναφέρνεις” μπροστά σου σε κάνουν να περάσεις πολύ δύσκολες νύχτες»

– Έχετε τραβήξει φωτογραφίες που επιλέξατε τελικά να μην δημοσιεύσετε; Αν ναι, γιατί;
– Όχι. Όλα μου τα κλικ ήταν αποφασισμένα και συνειδητά. Μου έχει συμβεί όμως ένα θέμα μια φορά. Ήμασταν μαζί με έναν συνάδελφο εικονολήπτη στο Κόσοβο όταν ξαφνικά, χειμώνας μέσα στα χιόνια, συναντήσαμε γυναικόπαιδα που μόλις αντιλήφθηκαν ποιοι ήμασταν λόγω αναγραφής της λέξης Press στο όχημά μας άρχισαν να τρέχουν ξαφνικά και να σκαρφαλώνουν σε πλατφόρμες τρακτέρ δήθεν πανικόβλητες και παίρνοντας εντολές από κάποιον άνδρα και να φεύγουν προς τους γύρο λόφους. Βλέποντας το βίντεο αργότερα στο ξενοδοχείο ο μεταφραστής που είχαμε μας είπε ότι ο άνδρας, τους έδινε εντολή να κλάψουν για να καταγραφεί από την κάμερα. Αυτόματα λοιπόν, η βιντεοκασέτα και τα φιλμ μου πήραν τον δρόμο του κάδου απορριμμάτων χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν ένα στημένο σκηνικό.

1992. Σεράγεβο, Βοσνία Ερζεγοβίνη. Η μικρή Μάσα στην αγκαλιά της μητέρα της Μπερίνα αποχαιρετά κλαίγοντας τον πατέρα της, αναχωρώντας από την πόλη ως πρόσφυγας.’Ηταν το τελευταίο βλέμμα στον πατέρα της, που σκοτώθηκε λίγο καιρό αργότερα.

– Ποια είναι για εσάς η διαφορά ανάμεσα σε μια «καλή» φωτογραφία και μια σημαντική φωτογραφία;
– Η σημαντική φωτογραφία είναι ταυτόχρονα και «καλή» γιατί κατάφερε να εκτελέσει τον σκοπό της. Δηλαδή να ενημερώσει και να πληροφορήσει. Η «τέχνη» έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

– Τι θα λέγατε σε έναν νέο φωτορεπόρτερ που θέλει να ακολουθήσει τα βήματά σας σε ζώνες κρίσης;
– Να είναι ο εαυτός του, να προσπαθεί να είναι ανεπηρέαστος και ουδέτερος και να μην προσπαθήσει να δημιουργήσει «θέμα» εκεί που δεν υπάρχει. Εμείς λέγαμε όταν οι εικόνες ήταν δύσκολο καμιά φορά να βρεθούν ότι… «και αύριο μέρα είναι»…

«Η σωστή και αντικειμενική καταγραφή της είδησης είναι η ηθική ευθύνη προς τους ανθρώπους»

– Μετανιώνετε για κάτι στη διαδρομή σας; Κάποια επιλογή ή ευκαιρία που θα θέλατε να είχατε χειριστεί διαφορετικά;
– Ναι… το ότι ήμουν πάρα πολύ δοτικός με τους συνεργάτες μου και δεν κράτησα τις πρέπουσες αποστάσεις. Αυτό έγινε αφορμή, να γνωρίσω και εγώ τον «σερίφη που ήθελε να γίνει Χαλίφης στην θέση του Χαλίφη», από το καρτούν Iznogood… και αυτό είναι πάρα πολύ οδυνηρό.

2015. Ειδομένη τον Δεκέμβριο όταν είχαν κλείσει τα σύνορα από πλευράς της Βόρειας Μακεδονίας.

– Αν μπορούσατε να επιλέξετε μία μόνο φωτογραφία σας για να πείτε «αυτή είμαι εγώ», ποια θα ήταν και γιατί;
– Πολύ δύσκολη ερώτηση. Είναι εκατομμύρια τα κλικ άρα και πάρα πολλές οι φωτογραφίες αυτές.
Μία φωτογραφία όμως έμελλε να μου κάνει μια τεράστια έκπληξη. Τον Νοέμβριο του 1992, στο πολιορκημένο τότε Σεράγεβο είχε προγραμματιστεί μετά από συμφωνία του ΟΗΕ και των Σέρβων πολιορκητών έξοδος από την πόλη γυναικόπαιδων που ήθελαν να φύγουν μακριά από τις μάχες. Ένα πρωί λοιπόν σε μια πλατεία της Σεράγεβο, συγκεντρώθηκαν τα λεωφορεία που θα οδηγούσαν τα γυναικόπαιδα εκτός της πολιορκημένης πόλης. Κάποια στιγμή παίρνει το μάτι μου ένα κοριτσάκι στην αγκαλιά της μητέρας της να χαιρετά κλαίγοντας πίσω από το τζάμι του λεωφορείου, τον πατέρα του που συμπτωματικά βρισκόταν σχεδόν δίπλα μου. 30 χρόνια αργότερα, το 2022, ανεβάζω την φωτό στο Instagram όπως κάνω συχνά με παλιές ιστορικές πλέον φωτογραφίες. Την επόμενη μέρα ένα μήνυμα στο κινητό μου λέει: «αυτή είμαι εγώ με την μητέρα μου». Παθαίνω σοκ ξαφνικά και κατόπιν έρχομαι σε φωνητική επαφή μέσω διαδικτύου με μία, 33χρονη πλέον γυναίκα, με το όνομα Μάσα Γκαβράν, η οποία μου διηγείται όλη την ιστορία της φωτογραφίας, τονίζοντάς μου ότι το κλαμένο βλέμμα της στην φωτό είναι και το τελευταίο βλέμμα προς τον πατέρα της, ο οποίος σκοτώθηκε λίγο καιρό μετά ενώ αυτή ήταν πρόσφυγας στην Τσεχία. Η Ιστορία αυτή, ήταν και το ερέθισμα για να διοργανώσω μια έκθεση για τα 30 χρόνια από την έναρξη της πολιορκίας του Σεράγεβο στην Δράμα, και να έχω την Μάσα παρούσα στα εγκαίνια καλεσμένη ως τιμώμενο πρόσωπο. Είμαστε πλέον αχώριστοι φίλοι!
Η φωτογραφία αυτή θα είναι και το εξώφυλλο ενός λευκώματος που ετοιμάζω και θα έχει τίτλο «Πρόσωπα» που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κολιμπρί».

«Η πλειοψηφία του κόσμου κρύβεται πίσω από το βόλεμα της, έστω και αν ακριβώς δίπλα μας, από την άλλη πλευρά των συνόρων μας γίνεται μακελειό»

– Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος δάσκαλος στη ζωή ή στο επάγγελμά σας;
– Στην ζωή θα έλεγα το οποίο βέβαια επηρεάζει και το επαγγελματικό. Ο πολύ φίλος και γνωστός ψυχίατρος Κλεάνθης Γρίβας, γείτονας και εξαιρετικός άνθρωπος ο οποίος με πολύ λίγα λόγια με έκανε να καταλάβω ότι όποιο εμπόδιο και να εμφανιστεί στην ζωή, σηκώνουμε το κεφάλι και προχωράμε χωρίς να κοιτάζουμε πίσω και χωρίς φόβο. Δύσκολα να το περιγράψω αλλά του οφείλω πολλά. Να είναι πάντα καλά και γερός όπου και αν βρίσκεται.

– Οι τιμητικές διακρίσεις που λάβατε για το έργο σας, σας επιφόρτισαν με μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης, ή απλώς ικανοποίησαν τους κόπους σας;
– Ουδέποτε κυνήγησα φωτογραφικά βραβεία στις φωτογραφίες της δουλειάς μου. Τα ελάχιστα που έχω είναι από υποβολή υποψηφιότητας που έγινε εκ μέρους του πρακτορείου για το οποίο εργαζόμουν ή ήταν από πρόταση υποψηφιότητας εκ μέρους τρίτου. Είναι βέβαια μια μεγάλη ικανοποίηση αλλά το αίσθημα ευθύνης είναι, ήταν και θα είναι πάντα παρόν και έντονο ασχέτως οποιασδήποτε βράβευσης.

– Επιστρέψατε στη Δράμα. Είναι για εσάς επιστροφή στις ρίζες ή ανάγκη για ηρεμία μετά από δεκαετίες σε ταραγμένες περιοχές;
– Στην Αθήνα, όπου και ζούσα με έσυρε η δουλειά. Δυστυχώς όλα από εκεί γίνονται.
Δεν ξέρετε με τι χαρά έφυγα για να επιστρέψω στην γενέτειρα Δράμα από την οποία είχα φύγει το μακρινό 1961. Η ηρεμία της πόλης αυτής μου ήταν τελείως απαραίτητη λόγω της ζωής που είχα κάνει. Η πρωτεύουσα δεν μπορεί να σου προσφέρει τίποτα άλλο εκτός από αχρείαστο και ψυχοφθόρο άγχος.

«Όποιο εμπόδιο και να εμφανιστεί στην ζωή, σηκώνουμε το κεφάλι και προχωράμε χωρίς να κοιτάζουμε πίσω και χωρίς φόβο»

– Τι σημαίνει για εσάς η σιωπή μετά τον θόρυβο όλων αυτών των χρόνων σε πολέμους, αθλητικά γεγονότα, διαδηλώσεις;
– Κάθε πράγμα στον καιρό του. Τόπο στα νιάτα. Είναι ώρα για περισυλλογή και περίσκεψη. Είχα την τύχη να κάνω μια σπάνια δουλειά αλλά το τίμημα είναι βαρύ. Με την συνεχόμενη απουσία μου από το σπίτι, τους φορές και 10 μήνες τον χρόνο, μου έλειψε πάρα πολύ η παρουσία των παιδιών μου στα οποία πιστεύω ότι χρωστάω πάρα πολλά και δεν ξέρω αν καταφέρω να τους δώσω ποτέ αυτά που τους στέρησε η απουσία μου.

– Πιστεύετε ότι η επιτυχία φέρνει την καταξίωση ή η πολλή δουλειά;
– Δουλειά – δουλειά – δουλειά και μόνο δουλειά πίστη και αφοσίωση.

– Θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας άνθρωπο χαμηλών τόνων ή άνθρωπο που θέλει να έχει άποψη για όλους και όλα;
– Θα το ανακάτευα λίγο. Μ ‘αρέσει να έχω άποψη για τα τεκταινόμενα αλλά σε χαμηλούς τόνους βέβαια.

– Συνταξιούχος μεν όχι όμως και απόμαχος! Ποιοί είναι οι επόμενοι στόχοι σας;
– Με περιμένει ένα τεράστιο έργο που θα πάρει αρκετό χρόνο μέχρι να ολοκληρωθεί. Ένα τεράστιο φωτογραφικό αναλογικό και ψηφιακό αρχείο που για να μπει στην τάξη που πρέπει, χρειάζεται να χυθεί πολύς «ιδρώτας».

– Σας ευχαριστώ. Ο επίλογος σε σας.
– Τον επίλογο θα τον γράψει η ιστορία…

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο
- Διαφήμιση -

Δημοφιλή Εβδομάδας